Η ιστοσελίδα αυτή είναι αφιερωμένη στον Μιχαλάκη μου, την Κατερινούλα μου και την Νεκταριούλα μου

ΜΕ ΠΟΛΥ ΑΓΑΠΗ

livezilla

LiveZilla Live Chat Software
Home ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΟΙ ΣΑΡΑΝΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ

ΣΑΡΑΝΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ

 

Οι Σαράντα πορτοκαλιές

 

Τι ωραία να χουζουρεύεις το πρωί, σκέφτηκε ο Θωμάς καθώς τεντωνόταν. Οι αχτίδες του ήλιου που περνούσαν από το μισάνοιχτο παντζούρι, έπεφταν με χάρη πάνω στα φρέσκα λουλούδια που είχε αγοράσει την προηγούμενη μέρα. Υπέροχες πορτοκαλί μαργαρίτες. Το αγαπημένο του χρώμα.

-Marvelous, αναφώνησε βλέποντας το θέαμα.

Κάπου - κάπου του ξέφευγαν λέξεις της αγγλικής. Πώς θα μπορούσε να μην συνέβαινε αυτό μετά τα πέντε χρόνια που έζησε στην Αγγλία ως φοιτητής; Ο πατέρας του γνωστός δικηγόρος των βορείων προαστίων είχε βαλθεί να τον κάνει δικηγόρο και τα κατάφερε. Έτσι, η φωτογραφία με την τήβεννο πήρε τη θέση που της άρμοζε δίπλα στο τζάκι του πατρικού του. Με αυτόν τον τρόπο κράτησε απασχολημένες όλες τις γειτόνισσες και τη μαμά του για πολύ καιρό μιας και είχαν θέμα συζήτησης και κουτσομπολιού. Τίποτα δεν του είχε λείψει του Θωμά. Αγαπούσε πολύ τους γονείς του και θα έκανε τα πάντα για αυτούς, όπως συνήθιζε να λέει στους φίλους τους.

Καθώς έφτιαχνε καφέ του ήρθε στο μυαλό το όνειρο που είδε το περασμένο βράδυ. Τι να σήμαινε άραγε; Ένας παπάς με μπλε ράσα στο ξωκλήσι ενός μικρού νησιού, έψαλε με φωνή αγγέλου. Ο Θωμάς περπατούσε στο πρόχειρα φτιαγμένο από κάτασπρες πέτρες μονοπάτι και ξαφνικά το μέρος γέμισε με εκατομμύρια μικρές πασχαλίτσες που ένιωθε σχεδόν να του χαϊδεύουν το πρόσωπο. Αυτό το όνειρο ήταν ο λόγος που ξύπνησε με ένα αμυδρό χαμόγελο εκείνη την ημέρα. Απολάμβανε τις φρυγανιές του, όταν τον διέκοψε ο ήχος του θυροτηλέφωνου.

- Κούριερ, κύριε μου, κούριερ. Σε ποιόν όροφο είστε;

- Στον 4ο. Ανεβείτε με το ασανσέρ, είπε μασώντας ακόμα τη φρυγανιά του.

- Υπογράψτε εδώ παρακαλώ, είπε ο διανομέας και του έδωσε τον φάκελο.

- Μάλιστα, απάντησε μπουκωμένος ο Θωμάς και έκλεισε με αμηχανία την πόρτα πίσω του. Μα, τι να είναι αυτό, αναρωτήθηκε. Ο φάκελος ανέγραφε ξεκάθαρα τον αποστολέα:

Κος Πορτοκάλης Ιγνάτιος

Διοικητής Ορφανοτροφείου

Χωριό «Οι Σαράντα Πορτοκαλιές»

Πορτοκαλούπολη

Τ.Κ. 444 40

Και ακολουθούσε το γράμμα λιτό και περιεκτικό ως ακολούθως:

Αγαπητέ κ. Θωμά Τσαρσιταπαλίδη,

                Με μεγάλη συγκίνησιν σας αποστέλω ταύτην την επιστολήν ολίγες ημέρες προ του εορτασμού των τριακοστών σας γενεθλίων. Προσμονώ εις τη συνάντησήν μας, το ταχύτερον δυνατόν διά να συζητήσομεν έναν προσωπικόν σας και πολύ επείγον ζήτημα. Σας αφορά άμεσα και σας παρακινώ με την παρούσα να επισκεφθείτε το μικρόν χωριόν μας. Προσβλέπω εναγωνίως είς την συνάντησήν μας.

                                                                                                                         Μετά τιμής,

                                                                                                                ΠΟΡΤΟΚΑΛΗΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ

Ορφανοτροφείο; Πορτοκαλούπολη; Μα τι σημαίνουν όλα αυτά; Τίποτα δεν έβγαζε νόημα και όλα φαίνονταν μπερδεμένα μέσα στο μυαλό του. Στη μηχανή αναζήτησης στο ίντερνετ αναφέρονταν πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για την πορτοκαλούπολη. Βρίσκεται στο νοτιότερο σημείο της χώρας. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την παραγωγή πορτοκαλιών. Κάθε χρόνο στις 30 Ιουνίου, διοργανώνεται η γιορτή του πορτοκαλιού στο κεφαλοχώρι οι Σαράντα Πορτοκαλιές.

- 30 Ιουνίου; φώναξε και πετάχτηκε από την καρέκλα του. Στα γενέθλιά μου ακριβώς. Κάτι συμβαίνει εδώ, μονολόγησε, και θα το βρω.

28 Ιουνίου

15:00

- Τι ζέστη είναι αυτή; Ουφ! Ουφ! Ξεφύσηξε ο Θωμάς, όταν κατέβηκε από το λεωφορείο του ΚΤΕΛ στην κεντρική πλατεία του χωριού. Ψυχή ζώσα δεν υπήρχε τέτοια ώρα στην πλατεία. Μια μαύρη γάτα την διέσχισε διαγωνίως νιαουρίζοντας.

- Στο φαρ ουέστ ήρθα; Είπε φωναχτά ο Θωμάς και ένα γελάκι του ξέφυγε. Η πλατεία μεγαλοπρεπέστατη: στις τέσσερις γωνίες της υπήρχαν αντίστοιχα τέσσερις μικροί πράσινοι θάμνοι και στη μέση καθενός από αυτούς ξεπρόβαλε μία πορτοκαλιά. Πορτοκαλί πλακάκι, ιδιαιτέρως προσεγμένο και γυαλισμένο την κάλυπτε καθ’ όλο το μήκος της. Μια συμπαθητική ξύλινη επιγραφή ανέγραφε: «Καλώς ήρθατε στο χωριό ¨Οι σαράντα πορτοκαλιές¨». Είμαι στο σωστό μέρος, αναφώνησε ο Θωμάς.

Περιπλανώμενος στα γραφικά σοκάκια του χωριού συνάντησε πολλούς κατοίκους χαμογελαστούς, όλοι έτοιμοι να τον βοηθήσουν. Κάποιοι από περιέργεια κάλυπταν το στόμα τους με την παλάμη τους και ψιθύριζαν για τον ξένο που ήρθε στο χωριό τους. Στο καφενείο του χωριού ο ηλικιωμένος γεράκος με το τσιγκελωτό μουστάκι του απάντησε σχετικά με την ερώτησή του για το ορφανοτροφείο:

- Αγόρι μ’,  πάρι ατού του δρόμ’ όλου ντουγρού και στου δεξι σ’ ντου χέρ’, θα έβρεις το που ζητάς.  

Το πέτρινο κτίριο του ορφανοτροφείου έστεκε επιβλητικά ανάμεσα στις εκατοντάδες πορτοκαλιές στον κήπο του τριγύρω. Η μεγάλη καγκελόπορτα έδειχνε χρόνια κλεισμένη σαν να μην την είχε ανοίξει κανείς έως τότε. Στην απόλυτη ησυχία του χωριού ακούγονταν μόνο τα τιτιβίσματα των πουλιών που πηδούσαν από κλαδί σε κλαδί. Ο Θωμάς απολάμβανε την αρμονία της φύσης, όταν ένα αυτοκίνητο σταμάτησε πίσω του. Από το αυτοκίνητο βγήκε ο κ. Πορτοκάλης. Μεσήλικας, φαλακρός με τεράστια κοιλιά και μονόκλ στο δεξί του μάτι. 

- Καλώς ήρθες Θωμά, του απευθύνθηκε και τον αγκάλιασε σφιχτά, σχεδόν έτοιμος να κλάψει. Ακολούθησέ με στο γραφείο μου, του είπε κοφτά.

Ο Θωμάς σαστισμένος τον ακολούθησε σιωπηλά.

Στο γραφείο του Πορτοκάλη, ο Θωμάς δεν άντεξε την αναμονή.

- Θα μου πείτε τι ακριβώς συμβαίνει; Γιατί με φέρατε έως εδώ; Πώς γνωρίζετε το όνομά μου; Τι σημαίνουν όλα αυτά;

- Θωμά μου, αγόρι μου, πριν από 27 χρόνια μία φοβερή αρρώστια χτύπησε τις πορτοκαλιές μας. Τα δέντρα μας πέθαιναν αβοήθητα μαζί και οι άνθρωποι. Χωρίς σοδειά το χωριό μαράζωνε. Οι επιστήμονες δεν μπορούσαν να βρουν την αρρώστια και τι έφταιγε, φάρμακο δεν υπήρχε. Το μόνο που μας είχε απομείνει ήταν οι προσευχές μας. Και εκεί που βρισκόμασταν στο έλεος του θεού, ήρθε στο χωριό μας μία τσιγγάνα μάγισσα. Μας είπε τον μόνο τρόπο με τον οποίο οι πορτοκαλιές θα γινόταν και πάλι καλά. Ένα νεαρό αγόρι με ένα μπλε και ένα καστανό μάτι θα έπρεπε να φάει από την πιο ψηλή πορτοκαλιά το μισό από το πιο μεγάλο πορτοκάλι. Το άλλο μισό θα της το πηγαίναμε και με τα μαγικά της θα γίνονταν καλά οι πορτοκαλιές. Φαντάζεσαι την χαρά μας και συνάμα την αγωνία μας. Ψάξαμε όλα τα παιδιά στο χωριό και κανένα δεν είχε ένα μάτι μπλε και ένα καστανό. Τι καταστροφή! Πως θα μπορούσαμε να βρούμε ένα τέτοιο παιδί; Ξαφνικά, ένας συγχωριανός, ο συγχωρεμένος κος Παντελής, φώναξε δυνατά ότι ένα ζευγάρι στο ξενοδοχείο «Η ωραία πορτοκαλιά» στην Πορτοκαλούπολη είχε τέτοια μάτια. Έτσι οργανώθηκε ολόκληρη επιχείρηση για να πάμε να το βρούμε όσο ακόμα ήταν εκεί. Βάλαμε τον πιο δυνατό άντρα του χωριού να κόψει το πιο μεγάλο πορτοκάλι από το πιο ψηλό δέντρο και την πιο όμορφη κοπέλα να πάει να βρει αυτό το αγόρι και χωρίς να την καταλάβει κανείς να το καταφέρει να φάει το πορτοκάλι. Το αγόρι έφαγε το μισό πορτοκάλι, η τσιγγάνα μάγισσα έκανε τα μαγικά της και το χωριό ξαναβρήκε τη ζωή του. Αυτό το αγόρι, από ό,τι έχεις καταλάβει Θωμά μου είσαι εσύ. Σε εσένα χρωστάμε τη ζωή μας, την ιστορία μας, τον τόπο μας, το είναι μας ολόκληρο. Εκείνη την ημέρα, 30 Ιουνίου, διοργανώθηκε η μεγαλύτερη γιορτή που έγινε ποτέ και διήρκησε για 2 εβδομάδες.

Ο Θωμάς δεν πίστευε στα αυτιά του.

-Μα είναι τρελός, σκεφτόταν από μέσα του όση ώρα μιλούσε ο κ. Πορτοκάλης.

- Δεν γνωρίζω τίποτα από όσα μου διηγηθήκατε, προφανώς ούτε οι γονείς μου. Βέβαια το γεγονός ότι έχω ένα μάτι μπλε και ένα καστανό είναι πολύ ισχυρό στοιχείο για να σας πιστέψω. Δεν μπορώ να καταλάβω τι ζητάτε από εμένα.

- Πήραμε από το ξενοδοχείο τα στοιχεία των γονιών σου για να σε εντοπίσουμε αργότερα για να σου ξεπληρώσουμε το καλό που μας έκανες. Μας πρόλαβε όμως η αρρώστια, μετά από 30 χρόνια αντιμετωπίζουμε το ίδιο πρόβλημα. Για αυτό σε καλέσαμε εσπευσμένα. Είσαι η τύχη μας, παιδί μου, είσαι ο μεσσίας μας, σίγουρα και μόνο το ότι βρίσκεσαι εδώ μαζί μας είναι ένα σημάδι.

- Πείτε μου πως μπορώ να βοηθήσω. Το μόνο το οποίο θέλω είναι να σας φανώ χρήσιμος.

- Δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι ιδιαίτερο. Απλά θα κάτσουμε και θα περιμένουμε τα σημάδια.

- Σημάδια; Ποια σημάδια; ρώτησε ο Θωμάς.

- Θα καταλάβεις σύντομα, απάντησε ο κ. Πορτοκάλης. Τα σημάδια που θα αλλάξουν την ισορροπία στη φύση, που θα την αναζωογονήσουν. Πήγαινε τώρα να ξεκουραστείς στον ξενώνα του χωριού. Για την παραμονή σου εδώ σου έχουν ετοιμάσει το καλύτερο δωμάτιο. Το βράδυ θα σε περιμένω στην ταβέρνα.

- Μια τελευταία ερώτηση, κ. Πορτοκάλη. Πως ξέρατε ότι θα ερχόμουν; Δεν είχα ενημερώσει κανέναν.

- Και όμως Θωμά μου το ξέραμε. Το ξέραμε.

Η ταβέρνα του μπάρμπα-Κοσμά ήταν στολισμένη από κεφάλια αγριογούρουνων που κρέμονταν στους τοίχους της. Οι χαυλιόδοντές τους είχαν σκαλιστεί σε μικρά κομψοτεχνήματα και είχαν μετατραπεί σε δοχεία που περιείχαν μπούκοβο για τους τολμηρούς. Στην ταβέρνα ήταν μαζεμένο όλο το χωριό. Οι μεγαλύτερες γυναίκες φορούσαν πολύχρωμα μαντήλια στο κεφάλι τους, είχαν μακριές κοτσίδες και μεγάλου μήκους σκουλαρίκια. Οι μικρότερες φορούσαν μακριές φούστες, στενές στη μέση και φαρδιές όσο κατέβαιναν στα πόδια τους. Οι δε άντρες από τον μικρότερο ως τον μεγαλύτερο είχαν μουστάκια και κάπνιζαν πίπα. Όλοι ήταν ξανθοί, ιδιαίτερα κοντοί, με κοντά άκρα και κόκκινα μάγουλα, σχεδόν αστείοι.

Όταν έφτασε ο Θωμάς, όλοι τον κοίταξαν και του χαμογέλασαν. Τα σχόλια μεταξύ τους έδιναν και έπαιρναν. Ιδίως οι νεαρές κοπέλες, τον κοίταζαν και κοκκίνιζαν. Ήταν όμως και αυτός πολύ όμορφος. Το δείπνο ήταν προς τιμήν του και η ταβέρνα έγινε μια μεγάλη παρέα. Όλα τα τραπέζια ενώθηκαν και φτιάχτηκε ένα μεγάλο που τοποθετήθηκε στη μέση της ταβέρνας. Το κόκκινο κρασί κυριαρχούσε ενώ τέσσερα αγριογούρουνα είχαν μαγειρευτεί μέσα σε γλυκιά σάλτσα πορτοκάλι και είχαν γαρνιριστεί με ντόπιο μέλι. Όλοι είχαν χαρεί πάρα πολύ που ο Θωμάς επέστρεψε στο χωριό τους.

29 Ιουνίου

06:00

Ο κόκορας στο κοτέτσι του ξενώνα ξύπνησε τον Θωμά. Όλο το δωμάτιο περιτριγυριζόταν από τζαμαρία και στη μέση υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι, τεραστίων διαστάσεων και πολύ ψηλό, φτιαγμένο όλο από ξύλο πορτοκαλιάς. Άνοιξε την κουρτίνα και βγήκε έξω την ώρα που ο ήλιος υψωνόταν στον ορίζοντα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και γέμισαν τα ρουθούνια του από την ιδιαίτερη ευωδία των πορτοκαλιών. Η μυρωδιά του φάνηκε περιέργως οικεία. Ξαφνικά στο βάθος, στον δρόμο που έμπαινε στο χωριό, εμφανίστηκε ένα καραβάνι από τσιγγάνους.

- Να το, το πρώτο σημάδι, σκέφτηκε ο Θωμάς. Μακάρι να μπορέσω να βοηθήσω. Νιώθω τόσο γαλήνια σε αυτόν τον τόπο, σαν να βρίσκομαι σπίτι μου, ψιθύρισε και μπήκε μέσα. Ξάπλωσε στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκε.

29 Ιουνίου

13.30

Το μεσημέρι στο καφενείο όλοι συζητούσαν για το καραβάνι που ήρθε και εγκαταστάθηκε στο χωριό τους.

- Καταπληκτικό αναφώνησε ο μπάρμπα-Κοσμάς. Μόλις ήρθε ο Θωμάς μας στο χωριό, ήρθαν και οι τσιγγάνοι, όπως τότε. Να ‘ναι καλά το φυλαχτό, πρόσθεσε και αναστέναξε.

- Ποιο φυλαχτό, ρώτησε ο Θωμάς;

- Πριν από 27 χρόνια η τσιγγάνα που με τα μάγια της έσωσε τις πορτοκαλιές μας, φεύγοντας από το χωριό, μας έδωσε ένα φυλαχτό. Μας είπε ότι αν ποτέ χρειαστούμε τη βοήθειά της, να κρεμάσουμε το φυλαχτό στο πιο ψηλό παράθυρο του χωριού για 40 μερόνυχτα και να περιμένουμε το σημάδι. Έτσι, το πήρε η κ. Ευτέρπη, η γυναίκα του Δημάρχου, που έχει το πιο μεγάλο σπίτι στο χωριό με το πιο ψηλό παράθυρο και πριν 39 μέρες, που καταλάβαμε ότι οι πορτοκαλιές αρρώστησαν το τοποθέτησε να κοιτάει προς τον βορρά. Ελπίζουμε με τη βοήθεια των τσιγγάνων να βρούμε λύση στην αρρώστια και πάλι.

- Μακάρι, αναφώνησαν όλοι.

Η μιζέρια δεν είχε ποτέ θέση στο χωριό. Όλοι μαζί ενωμένοι και αισιόδοξοι πίστευαν ότι μπορούσαν να γιατρέψουν την αρρώστια των πορτοκαλιών. Για τους χωριανούς αυτούς χρειαζόταν μόνο θετική σκέψη και προσπάθεια να αλλάξουν τη μοίρα με τον τρόπο που αυτοί επιθυμούσαν.

Εκείνο το βράδυ στήθηκαν τραπέζια στην πλατεία του χωριού επίτιμοι καλεσμένοι ήταν οι τσιγγάνοι. Στις 4εις γωνίες της πλατείας άναψαν τεράστιες φωτιές, οι οποίες φώτιζαν όλο το χώρο και τα μικρά παιδιά πηδούσαν από πάνω τους. Οι τσιγγάνοι έπαιζαν κιθάρες και οι γυναίκες τους τραγουδούσαν με θεϊκές φωνές καθώς λίκνιζαν τη μέση τους στον τρελό ρυθμό από το τουμπερλέκι.

Και τότε εμφανίστηκε εκείνη. Μελαχρινή με εξωτική γοητεία. Τα μακριά σγουρά μαλλιά της ανέμιζαν καθώς χόρευε και κουνούσε αισθησιακά τη λεπτή της μέση. Τα βραχιόλια στα χέρια της χοροπηδούσαν σε κάθε κίνησή της και μάγευαν με τον ήχο τους τον Θωμά. Το πορτοκαλί μαντήλι στα μαλλιά της χάιδευε το πρόσωπό της σαν ανέμιζε στο απαλό αεράκι. Καθώς στριφογυρνούσε από τον γρήγορο ρυθμό της μουσικής, γύρισε απότομα και τον κοίταξε με τα μεγάλα μπλε μάτια της σαν να την τράβηξε μαγνήτης. Ο Θωμάς θαμπώθηκε από την ομορφιά της και την πλησίασε.

- Πώς σε λένε; της είπε.

- Μαργαρίτα. Εσένα;

- Θωμά. Έχεις πολύ όμορφα μάτια; Το ξέρεις;

Η Μαργαρίτα χαμογέλασε και χάθηκε σαν σκιά μέσα στον χορό.

Καθώς χόρευε, ο Θωμάς προσπαθούσε να τη βρει και ξαφνικά να τη πάλι μπροστά του.

- Είσαι σημάδι, την ρώτησε.

- Είμαι; Δεν ξέρω. Θέλεις να είμαι;

- Πρέπει να είσαι. Με έχεις μαγέψει. Περίεργο.

- Τα μάγια θα φταίνε.

- Ποια μάγια;

- Τα μάγια για τις πορτοκαλιές. Το φυλαχτό με φώναξε και ήρθα να βοηθήσω.

- Και εγώ για αυτό είμαι εδώ.

- Το ξέρω. Εσύ είσαι.

- Τι εννοείς;

- Μη ρωτάς. Ακολούθησέ με.

Τον οδήγησε στο περιβόλι με τις τελευταίες υγιείς πορτοκαλιές. Λίγες είχαν πια πορτοκάλια. Η Μαργαρίτα έκοψε ένα και το πλησίασε στα χείλη του. Οι χυμοί του έτρεξαν στα χείλη του. Την άρπαξε και τη φίλησε με πάθος.

- Σε θέλω, της είπε. Σε θέλω πολύ.

- Και εγώ.

Η φύση σίγασε από το πάθος τους. Η ισορροπία επανήλθε. Ο Θωμάς αποκοιμήθηκε στο φώς της σελήνης και αυτή χάθηκε σαν αερικό.

.\.

30 Ιουνίου

08:00

 

Ο Θωμάς ξύπνησε από το φως της ημέρας που έμπαινε από το μισάνοιχτο πατζούρι. Οι πορτοκαλί μαργαρίτες είχαν γυρίσει σαν μικρά κεφαλάκια προς τον ήλιο.

- Μα δεν είναι δυνατόν, φώναξε. Πώς βρέθηκα εδώ; Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι του, αλλά δεν πρόσεξε το πορτοκαλί μαντήλι για τα μαλλιά που βρισκόταν στο μαξιλάρι του. Έτρεξε στον υπολογιστή και αναζήτησε στη μηχανή αναζήτησης τη λέξη ¨Πορτοκαλούπολη¨. Αποτελέσματα αναζήτησης 0.

Ο χτύπος του θυροτηλέφωνου διέκοψε τις σκέψεις του.

- Κούριερ, κύριε μου, κούριερ.

Σας αρέσει το κέντημα?

Banner

EASY PC ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ

Banner

Search